Διαχείριση ψυχιατρικών περιστατικών με εκούσια ή ακούσια νοσηλεία

από Χρήστος Φιοράκης
212 αναγνώσεις

Φιοράκης Χρήστος, PhD-MSc –Ψυχίατρος -Επιμελητής ΚΨΥ-ΓΝΑ «Γ.ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ» – Ιατρός Συντονιστής Ε.Κ.ΕΠ.Υ./ Υ.Υ.

ΒΑΣΙΚΟ ΘΕΣΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Το δικαίωμα για προστασία της υγείας παρουσιάζει αυτοτέλεια.

Ανήκει στα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου. Η σωματική και ψυχική ακεραιότητα του ατόμου, προστατεύονται με πολλές διατάξεις του κοινού ποινικού και αστικού δικαίου.

Η  Ευρωπαϊκή Ένωση περιλαμβάνει ειδική διάταξη για την προστασία της υγείας. Συγκεκριμένα, το άρθρο  35  του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ορίζει:

 

«Κάθε άνθρωπος, δικαιούται να έχει πρόσβαση στην πρόληψη σε θέματα υγείας και να απολαμβάνει ιατρικής περίθαλψης, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές. Με τον καθορισμό και την εφαρμογή όλων προβλεπόμενων δράσεων ώστε να εξασφαλίζεται υψηλού επιπέδου προστασία της υγείας του ανθρώπου.»

Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων

Στο Ελληνικό Σύνταγμα, στα άρθρα 21, 7 και 5, κατοχυρώνει το δικαίωμα του ατόμου στην προστασία της υγείας του και ανάγει την υγεία σε αντικείμενο κρατικής μέριμνας. Σε σειρά αποφάσεων του Σ.τ.Ε. γίνεται δεκτό ότι από το άρθρο 21, εισάγεται από το Σύνταγμα υποχρέωση του κράτους για τη λήψη θετικών μέτρων προστασίας της υγείας των πολιτών.

Και όταν μιλάμε για υγεία έχουμε κατά νου τον τελευταίο ορισμό της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας (Π.Ο.Υ.) που μιλά για σωματική και ψυχική ευεξία και περιλαμβάνει τόσο την έννοια της πρόληψης όσο και της θεραπείας.

Το Σύνταγμα κατοχυρώνει στο άρθρο 21, τόσο τη θετική όσο και την αρνητική όψη του δικαιώματος στην υγεία. Θεμελιώνει δηλαδή την υποχρέωση του κράτους αφενός να λαμβάνει μέτρα για την προστασία της και αφετέρου, να απέχει από ενέργειες που την προσβάλλουν ή περιορίζουν την ελευθερία των πολιτών να αποφασίζουν για θέματα που αφορούν την υγεία τους.

Η «αμυντική» όψη του δικαιώματος στην υγεία θεμελιώνεται στο άρθρο 5 του Συντάγματος το οποίο ορίζει: «Καθένας έχει δικαίωμα στην προστασία της υγείας και της γενετικής του ταυτότητας».

Η συστηματική ερμηνεία του άρθρου 21 και ειδικότερα σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 2 παράγ. 1 του Συντάγματος, που προστατεύει την αξία του ανθρώπου και κατοχυρώνει το δικαίωμα για ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας καθώς και η παρ. 5,  οδηγούν στο συμπέρασμα, ότι η υγεία αποτελεί τόσο ατομικό όσο και κοινωνικό αγαθό.

Κατά συνέπεια η κρατική παρέμβαση δεν μπορεί να φθάσει έως την αναίρεση της ατομικής ελευθερίας, αλλά διασφαλίζει την κοινωνική δέσμευση αυτής. Αυτό σημαίνει ότι η επιλογή του δημόσιου χαρακτήρα του συστήματος δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε μονοπώληση της νοσοκομειακής περίθαλψης και σέ επέκταση του δημόσιου τομέα, σε βαθμό που να καταστρατηγείται η επαγγελματική και η οικονομική ελευθερία παροχής ιδιωτικών υπηρεσιών υγείας.

Ως αποτέλεσμα της Συνταγματικής νομοθεσίας:   η υγεία είναι κοινωνικό αγαθό που δεν υπακούει στους νόμους του κέρδους και υπόκειται στην αποκλειστική ευθύνη του κράτους.

Την αντίληψη αυτή εκφράζει ο Ν. 1397/1983 που καθιέρωσε το Ε.Σ.Υ.

Το  Ε.Σ.Υ.  διατύπωσε ένα πλαίσιο θεμελιακών αρχών που ήταν:

 

  • Ο κοινωνικός χαρακτήρας του αγαθού υγεία
  • Η ισοτιμία και το δικαίωμα των πολιτών ανεξαρτήτως κοινωνικοοικονομικής θέσης και τόπου διαμονής, για υψηλού επιπέδου περίθαλψη και φροντίδα
  • Η αποκλειστική ευθύνη του κράτους στην προστασία της υγείας

 

Αργότερα ο Ν. 2071/1992 εκφράζοντας τη φιλελεύθερη αντίληψη προβάλλει την υγεία κυρίως ως ατομικό αγαθό και σύμφωνα με την διατύπωση που επιλέγει τότε ο νομοθέτης,  το κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών.

 

Το 2005,  με το νόμο 3418/2005 αναδιαμορφώνεται ο « Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας» (ΦΕΚ Α’, 287/28-11-2005).

Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα σημαντικό θεσμικό νομοθέτημα, το οποίο αποτελεί προϊόν εκτεταμένης διαβούλευσης με τους ιατρικούς συλλόγους.

Αναμορφώνει και εκσυγχρονίζει το απαρχαιωμένο πλαίσιο ιατρικής δεοντολογίας, το οποίο ίσχυε από το 1955 ώστε αυτό να ανταποκρίνεται στις σημερινές συνθήκες άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος. 

 

Με τον νόμο 2200/2007 οργανώνεται και λειτουργεί το Εθνικό Συμβούλιο Ιατρικής Ηθικής και Δεοντολογίας . (§61 2071/92)  

Νόμος 3457/2007 «Μεταρρύθμιση του συστήματος φαρμακευτικής περίθαλψης» Καταργείται η «λίστα φαρμάκων» και θεσμοθετείται νέο σύστημα, ώστε να επιτευχθεί η μεγαλύτερη δυνατή πρόσβαση των ασθενών σε όλα τα διαθέσιμα φάρμακα.

Νόμος 3730/2008 «Προστασία ανηλίκων από τον καπνό και τα αλκοολούχα ποτά και άλλες διατάξεις». Για την αποτελεσματική προστασία των ανηλίκων από τον καπνό και το αλκοόλ. Η χώρα μας ήταν υποχρεωμένη να λάβει αυτά τα μέτρα μετά την κύρωση με το Ν. 3420/2005 της Σύμβασης για τον έλεγχο του καπνού, που συντάχθηκε στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.

Νόμος 3754/2009 «Ρύθμιση όρων απασχόλησης των νοσοκομειακών ιατρών του ΕΣΥ» σύμφωνα με το Π.Δ. 76/2005. Με αυτό το νομοσχέδιο η Πολιτεία κυρίως εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από την οδηγία 2000/34/ΕΚ αναφορικά με τα ανώτατα επιτρεπτά όρια εργασίας. Θεσπίζεται το 7ωρο τακτικό πρωινό ωράριο των ιατρών και τους χορηγείται ημερανάπαυση μετά από κάθε ενεργό εφημερία.

Νόμος 3868/2010, καθιερώνεται η ολοήμερη λειτουργία των νοσοκομείων. Στον ίδιο νόμο,  το κεφάλαιο Ζ΄ αναφέρεται στα μέτρα για την ολική απαγόρευση του καπνίσματος στους δημόσιους χώρους.

ΔΟΜΗ, ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ

Οι νόμοι 2071/1992 και 2716/1999 αποτελούν μία πρώτη βάση για την εξασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών.

Στον Νόμο 2071/1992 το 6Ο κεφάλαιο αφιερώνεται στην ψυχική υγεία.

Ο νόμος αυτός υιοθετεί την εκούσια και ακούσια νοσηλεία ως σημαντικό βήμα στην φιλοσοφία αντιμετώπισης των ψυχικών διαταραχών.

Καινοτομία αποτέλεσε και η καθιέρωση προϋποθέσεων του δικαστικού ελέγχου του εγκλεισμού. Ειδικά για την ακούσια νοσηλεία ο νέος νόμος  καταργεί το ΝΔ104/73, το οποίο άφηνε τον ακούσια νοσηλευόμενο ασθενή, αρχικά στο έλεος των συγγενών του και κατόπιν των επιστημονικά υπεύθυνων των ψυχιατρείων.

 Οι διατάξεις λοιπόν του 2071/92 ορίζουν η ακούσια νοσηλεία να γίνει αντικείμενο συνδιαχείρισης από την οικογένεια, το εισαγγελέα, την ψυχιατρική επιστήμη και το δικαστήριο.

Για την ακούσια νοσηλεία υφίστανται ρητές προϋποθέσεις που θα πρέπει να καλύπτονται από δύο ψυχιατρικές γνωματεύσεις. Ο έλεγχος των προϋποθέσεων αυτών γίνεται από το δικαστήριο σε εξαιρετικά σύντομο χρόνο.

Σημαντική καινοτομία του Νόμου 2071/92 είναι η παροχή δικαιωμάτων στον φερόμενο ως ασθενή για την παρουσίαση του στη δίκη. Οι ασθενείς μπορούν να παρίστανται αυτοπροσώπως στην δικαστική διαδικασία. Επίσης προβλέπεται η δυνατότητα διορισμού συνηγόρου, ψυχιάτρου και η άσκηση ενδίκων βοηθημάτων κατά της απόφασης. Παράλληλα υπάρχει υποχρέωση της Διεύθυνσης της μονάδας στην οποία νοσηλεύεται να τον ενημερώσει για τα δικαιώματα που του παρέχονται.

Με τον νέο νόμο 2071/92 ο μύθος του ανίατου, επικίνδυνου και ανεύθυνου ψυχωτικού ασθενούς για τον οποίο η κοινωνία προόριζε τα άσυλα, άλλαξε και οι ασθενείς πλέον, μπορούν να επανέλθουν στην κοινωνία. Βασική αρχή του νόμου είναι ότι κάθε ασθενής πρέπει να θεραπεύεται στην κοινότητά του. Περαιτέρω θέτει τα θεμέλια μιας αποτελεσματικής θεραπευτικής παρέμβασης, ανάγοντας τον ψυχικά ασθενή σε υποκείμενο που πάσχει και όχι σε αντικείμενο που θέλει προστασία.

Ακούσια Νοσηλεία:

Κατά το άρθρο 95 παρ. 1 του Ν. 2071/1992 ακούσια νοσηλεία είναι η χωρίς τη συγκατάθεση του ασθενή, εισαγωγή και παραμονή του για θεραπεία, σε κατάλληλη Μονάδα Ψυχικής Υγείας.

 

Προϋποθέσεις για τη ακούσια νοσηλεία είναι, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 95 παρ. 2 του Ν. 2071/1992, οι εξής:

 

1) Ο ασθενής να πάσχει από ψυχική διαταραχή.

 

2) Να μην είναι ικανός να κρίνει για το συμφέρον της υγείας του.

 

3) Η έλλειψη νοσηλείας, να έχει ως συνέπεια  να επιδεινωθεί η κατάσταση της υγείας του

 

4) Η νοσηλεία του ψυχικά ασθενή να είναι απαραίτητη, για να αποτραπούν πράξεις βίας κατά του ίδιου ή τρίτου προσώπου.

Από τις παραπάνω προϋποθέσεις γίνεται σαφές, ότι η ακούσια νοσηλεία αντιμετωπίζεται κατά κύριο λόγο ως προληπτικό μέσο για την αποτροπή τέλεσης βίαιων εγκλημάτων από ψυχικά ασθενείς.

 

Η ακούσια νοσηλεία προσώπων που υποφέρουν από σοβαρές ψυχικές ασθένειες και είναι επικίνδυνοι για τους υπόλοιπους ανθρώπους (έτερο-καταστροφικός ιδεασμός ), αλλά και για τους ίδιους τους εαυτούς τους (αυτό- καταστροφικός ιδεασμός)  , είναι σίγουρα απαραίτητη.

Την ακούσια νοσηλεία του φερόμενου στην αίτηση ως ασθενή, μπορούν να ζητήσουν :

σύζυγός

συγγενής σε ευθεία γραμμή απεριόριστα (αδέλφια, γονείς, παιδιά)

συγγενής εκ πλαγίου μέχρι και το δεύτερο βαθμό (θείοι, ξαδέλφια κλπ)

όποιος έχει την επιμέλεια του προσώπου 

σε επείγουσες περιπτώσεις (εάν δεν υπάρχει κανένα από τα πρόσωπα αυτά) την ακούσια νοσηλεία μπορεί να ζητήσει και αυτεπάγγελτα ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών, του τόπου κατοικίας ή διαμονής του ασθενή.

 

 

 

 

 

Η αίτηση πρέπει να περιγράφει το ψυχικό νόσημα, την εκδηλούμενη συμπεριφορά, τις ενέργειες που είχαν προηγηθεί για εκούσια νοσηλεία (εάν υπάρχουν), την άρνηση του προσώπου να εξεταστεί, και όλα αυτά να συνοδεύονται με επιπλέον ιατρικά αποδεικτικά στοιχεία (όπως το βιβλιάριο υγείας)

Με την αίτηση των συγγενών για ακούσια νοσηλεία καθώς και με την σύμφωνη γνώμη – Εντολή του Εισαγγελέα, μεταβαίνει ο φερόμενος ως ασθενής, στα ΤΕΠ (τμήμα επειγόντων περιστατικών) Δημόσιου Ψυχιατρικού Τμήματος, όπου και θα εξετασθεί από  δύο  Ψυχιάτρους.

 

Εφόσον και οι δύο αυτές ιατρικές γνωματεύσεις, συμφωνούν για την ανάγκη ακούσιας νοσηλείας, διατάσσει ο Εισαγγελέας τη μεταφορά του ασθενή για την Νοσηλεία του, σε κατάλληλη Μονάδα Ψυχικής Υγείας.

 

Εάν οι γνωματεύσεις των δύο ιατρών διαφέρουν μεταξύ τους, ο Εισαγγελέας, μπορεί να διατάξει τη μεταφορά του φερόμενου ως ασθενή σε Δημόσια Μονάδα Ψυχικής Υγείας για εξέταση από άλλο ψυχίατρο, κατά προτίμηση επίκουρο τουλάχιστον καθηγητή ή επιστημονικό διευθυντή,  για να εκδοθεί 3η γνωμάτευση.

 

Με την αίτηση των συγγενών καθώς και με την εντολή του Εισαγγελέα, η αστυνομία (μαζί με το ΕΚΑΒ) έχει προθεσμία 3 ημερών για την μεταφορά και την εξέταση του ασθενή στα ΤΕΠ.

Στο άρθρο 98 του Ν. 2071/1992 ορίζεται ότι σε κάθε περίπτωση και σε όλη τη διάρκεια της νοσηλείας, πρέπει να επιδεικνύεται σεβασμός προς την προσωπικότητα του ασθενή, ενώ υπάρχει πρόβλεψη και για τη χορήγηση αδειών, ανάλογα με τις ανάγκες της θεραπείας.

 

Στο άρθρο 96 του Ν. 2071/1992 ο ασθενής θα πρέπει να ενημερώνεται αμέσως μόλις γίνει η μεταφορά του στη Μονάδα Ψυχικής Υγείας, από τον Ψυχίατρο της κλινικής, για τα δικαιώματά του και ειδικότερα το δικαίωμά του να ασκήσει ένσταση ως προς την νοσηλεία του.

 

Για την ενημέρωση αυτή συντάσσεται πρακτικό που υπογράφεται ότι έλαβε γνώση των δικαιωμάτων του και ο ίδιος ο ασθενής καθώς και ο  συνοδός συγγενής  του (εάν υπάρχει μαζί του).

 

Στο άρθρο 95 (παρ. 5) του Ν. 2071/1992 δίνει την δυνατότητα στους ψυχιάτρους να ζητήσουν την παραμονή του ασθενή για 48 ώρες στην κλινική, προς παρακολούθηση, πριν εκδώσουν τις γνωματεύσεις τους.

Από την στιγμή που γίνει η ακούσια εισαγωγή του ασθενή, γίνεται δικάσιμος εντός  δέκα ημερών για το ότι ο ασθενής νοσηλεύεται νόμιμα σε ψυχιατρική κλινική (βλ. άρθρο 96 παρ. 8 του Ν. 2071/1992 και ΓΝΜΔ ΕΙΣΑΠ 12/2006, ΠοινΔνη 2006/1403) και ότι ορθώς έπραξε ο Εισαγγελέας.

 

Αν το δικαστήριο, κρίνει ότι οι γνωματεύσεις των δύο ψυχιάτρων που προσάγονται, διαφέρουν μεταξύ τους ή δεν είναι πειστικές, διατάζει την εξέταση του ασθενή και από άλλο ψυχίατρο εγγεγραμμένο στους καταλόγους ιατρικών συλλόγων της χώρας.

 

Η διάρκεια της ακούσιας νοσηλείας δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι (6) μήνες. Μετά την πάροδο όμως, των τριών πρώτων μηνών, ο επιστημονικός διευθυντής της ψυχιατρικής κλινικής, μαζί με τον θεράπων ψυχίατρο, υποβάλλουν έκθεση στον Εισαγγελέα για την κατάσταση της υγείας του ασθενή. Ο Εισαγγελέας πρέπει να διαβιβάσει την έκθεση αυτή στο Μονομελές Πρωτοδικείο της περιφέρειάς του και με αίτησή του να συνεχιστεί ή να διακοπεί η ακούσια νοσηλεία.  

Σύμφωνα με το άρθρο 99 (παρ. 4) του Ν. 2071/1992 σε ειδικές εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά τις οποίες πρέπει να παραταθεί η νοσηλεία του ασθενή πέραν των έξι (6) μηνών, είναι δυνατό μόνο μετά από σύμφωνη γνώμη επιτροπής εκ τριών ψυχιάτρων, εκ των οποίων ένας είναι ο θεράπων ιατρός και οι έτεροι δύο ορίζονται από τον Εισαγγελέα.

 

Ωστόσο δεν ορίζεται για πόσο χρονικό διάστημα είναι δυνατόν να παραταθεί η νοσηλεία ή εάν είναι δυνατόν να παραταθεί αορίστως η ακούσια νοσηλεία . (κατά το πρότυπο των 69-70 ΠΚ που ρυθμίζουν την επιβολή μέτρων ασφαλείας σε ακαταλόγιστους εγκληματίες)

 

Το κενό αυτό εν μέρει καλύπτεται από την πρόβλεψη της δυνατότητας υποβολής αίτησης του νοσηλευόμενου για τη διακοπή της νοσηλείας του.

Καθηλώσεις /

«προστατευτικός κλινοστατισμός»

Καθηλώσεις είναι οι περιοριστικές πρακτικές  που εφαρμόζονται  σε  χώρους  ψυχιατρικής νοσηλείας και σε περιπτώσεις  δύσκολα διαχειρίσιμης επιθετικότητας  των ακούσιων ασθενών .

 

Ο σωματικός περιορισμός και η απομόνωση έχουν δεχθεί κριτική, και η εφαρμογή τους σε χώρους  ψυχιατρικής  νοσηλείας  έχει προκαλέσει  επιστημονικές  αντιπαραθέσεις, με αποτέλεσμα συχνά να έχει αμφισβητηθεί η θεραπευτική   τους   αξία.

Η  ανάγκη χρήσης της  καθήλωσης  περιλαμβάνει  και τη  χορήγηση φαρμακευτικής  αγωγής,  με  σκοπό  τη καταστολή  της  διέγερσης  του  ασθενή,  την αποτροπή πραγματοποίησης  σοβαρής επιθετικής  συμπεριφοράς, την  αποφυγή  συμμετοχής του σε επικίνδυνες καταστάσεις για τον  εαυτό  του  και  τους  άλλους, την αποκατάσταση  της  ασφάλειας  στη  κλινική.

Ως μέτρο πρόληψης της διέγερσης, χρησιμοποιείται σε ειδικές περιπτώσεις και για μικρό χρονικό διάστημα , ως έσχατη λύση και μόνο όταν άλλες παρεμβάσεις έχουν αποτύχει. Υπάρχουν συνδυασμοί καθήλωσης με πιο συχνό, τον περιορισμό στο πόδι. Αποφεύγεται ο πλήρης περιορισμός για μεγάλο διάστημα (χέρια- πόδια επι κλίνης)

 

Ως μέτρο πρόληψης ισχύει κυρίως στις πρώτες ώρες νοσηλείας σε διεγερμένους ασθενείς μέχρι να λειτουργήσει η επείγουσα ενέσιμη φαρμακευτική αγωγή.

 

Λόγω της ιδιαίτερης κατάστασης του περιορισμού, το νοσηλευτικό προσωπικό επιφορτίζεται με την άμεσα παρακολούθηση του ασθενή, τόσο με την παραμονή του στο δωμάτιο του ή με τακτική παρακολούθηση ανά 15 λεπτά. Μέτρηση ζωτικών σημεία ανά 3 ώρες και με παρακολούθηση λήψης υγρών και διούρησης.

Η παρακολούθηση του ασθενή από ψυχίατρο γίνεται ανά μία (1) ώρα και με επανεκτίμηση της σκοπιμότητας της καθήλωσης.

Όλες οι ενέργειες καταγράφονται σε ειδικό βιβλίο (λογοδοσία) περιορισμών και με την ακριβή ώρα δράσεων. Υπογράφεται η κάθε ενέργεια που γίνεται.

Προϋποθέσεις καθήλωσης:

 

Στην περίπτωση λοιπόν που η κατάσταση της υγείας του ασθενούς δεν αφήνει περιθώρια για δυνατότητα συναίνεσής του, η νομιμοποίηση της θεραπευτικής καθήλωσης θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη της τις εξής παραμέτρους:

α) η αναγκαστική καθήλωση, θα πρέπει να παρέχεται είτε σε περιπτώσεις ιδιαίτερα επείγοντος περιστατικού για την αποφυγή άμεσα δυσμενών αποτελεσμάτων στην υγεία του ασθενούς,

β) από την παρέμβαση θα πρέπει να αναμένεται θεραπευτικό αποτέλεσμα,

γ) ο προσδιορισμός του συμφέροντος της υγείας του ασθενούς και η ικανότητά του ή μη,  για συναίνεση στη θεραπεία, θα πρέπει να γίνονται με αυστηρά ιατρικά κριτήρια, πέρα από γενικές και αόριστες αξιολογήσεις,

δ) η αναγκαστική καθήλωση θα πρέπει να ενέχει σε κάθε περίπτωση αμιγώς θεραπευτικά χαρακτηριστικά 

ε) η αναγκαστική καθήλωση νομιμοποιείται μόνο για όσο χρονικό διάστημα δεν υφίσταται η ικανότητα του ασθενούς για συναίνεση.

 

Καταληκτικά επισημαίνεται ότι η αναγκαστική θεραπευτική καθήλωση αποτελεί την εξαίρεση και όχι τον κανόνα.

 

Εκούσια Νοσηλεία:

 

Κατά το άρθρο 94 (παρ. 1) του Ν. 2071/1992 η Εκούσια νοσηλεία είναι η συγκατάθεση του ασθενή για εισαγωγή και παραμονή του για θεραπεία, σε κατάλληλη μονάδα ψυχικής υγείας.

Προϋποθέσεις για τη εκούσια νοσηλεία είναι:

 

1) Ο ασθενής να είναι ικανός να κρίνει για το συμφέρον της υγείας του

 

2) Να συμφωνήσει ο επιστημονικός διευθυντής ή αναπληρωτής του για την ανάγκη θεραπείας.

 

 

Αυτός που νοσηλεύεται εκούσια έχει όλα τα δικαιώματα που συνδέονται με την άσκηση των ατομικών του ελευθεριών, τα οποία έχουν και οι υπόλοιποι ασθενείς που νοσηλεύονται για άλλη αιτία εκτός της ψυχικής διαταραχής.

Έτσι σε περίπτωση εκούσιας νοσηλείας απαιτείται αφενός ενημερωμένη συναίνεση στην ψυχιατρική πράξη και αφετέρου δεν μπορούν να εφαρμοστούν περιοριστικά μέτρα, όπως η καθήλωση.

 

Στην περίπτωση ατόμου που προσέρχεται εκούσια για εξέταση κατά την εφημερία για σοβαρό ψυχιατρικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει, ακόμη και αν πρόκειται για άτομο που πάσχει από ψυχική διαταραχή και η ακούσια εξέτασή του ή η ακούσια νοσηλεία του κρίνεται απαραίτητη, θα πρέπει να τηρούνται οι διατάξεις περί της ακούσιας νοσηλείας. (γνωμάτευση από 2 Ψυχιάτρους και ενημέρωση του Εισαγγελέα)

 

Υπογραμμίζεται ότι όταν δεν συνοδεύουν το άτομο, στενοί συγγενείς ή νόμιμοι εκπρόσωποι του (άρθρο 96 παρ 1, 2071/92), σε περίπτωση επείγοντος ο ψυχίατρος μπορεί να ενημερώσει τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών για να κινήσει την αυτεπάγγελτη διαδικασία ακούσιας νοσηλείας.

Διαφορετικά, εφόσον συνοδεύουν το άτομο, στενοί συγγενείς ή νόμιμοι εκπρόσωποι του (άρθρο 96 παρ 1, 2071/92) και η εξέτασή του καθίσταται ανέφικτη λόγω άρνησής του, ο ψυχίατρος μπορεί να υποδείξει στους στενούς συγγενείς ή στα άλλα πρόσωπα που νομιμοποιούνται, να κάνουν αίτηση για ακούσια νοσηλεία.

 

 

 Αν οι στενοί συγγενείς ή τα άλλα πρόσωπα που νομιμοποιούνται δεν το επιθυμούν, ο ψυχίατρος δεν μπορεί νόμιμα να προβεί σε καμία ψυχιατρική πράξη ή περιοριστικό μέτρο. Σε’ αυτή την περίπτωση δεν μπορεί να κινηθεί η αυτεπάγγελτη διαδικασία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών. Το άτομο, δηλαδή, που προσέρχεται εκούσια για εξέταση κατά την εφημερία , αποφασίζει το ίδιο τι θα κάνει, και με τη θέληση του αποχωρεί από το χώρο χωρίς να εξεταστεί. Σε περίπτωση που η συμπεριφορά του στον εξεταστικό χώρο είναι έντονα διαταρακτική, καλείται η υπηρεσία ασφάλειας του νοσοκομείου να διευκολύνει την απομάκρυνση του, χωρίς χρήση βίας.

 

Συντονισμός από ΕΚΕΠΥ

Το Εθνικό Κέντρο Επιχειρήσεων Υγείας (Ε.Κ.ΕΠ.Υ.) είναι αρμόδιο για το συντονισμό της διαχείρισης των ακούσιων προσελεύσεων (εισαγγελικών παραγγελιών) στα εφημερεύοντα ψυχιατρικά τμήματα και κλινικές των Γενικών, Ψυχιατρικών και Πανεπιστημιακών Νοσοκομείων.

 

Οι ομάδες εφημερίας και οι γεωγραφικές – διοικητικές περιοχές ευθύνης των Νοσοκομείων ορίζονται σύμφωνα με το νόμο 3664/2017.

 

Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας (Ν. 3418/2005). Βασικές ρυθμίσεις

 

Η ιατρική επιστήμη, ως επιστήμη ασχολείται με την πρόληψη και θεραπεία των ασθενών και κατ’ επέκταση με την ανθρώπινη ζωή, παρουσιάζει ιδιαίτερη ανάγκη τήρησης κανόνων δεοντολογίας, ως βάση για την άσκηση του ιατρικού λειτουργήματος.

 

Ο Κ.Ι.Δ. βασίζεται στην ύπαρξη σχέσεων: σχέσεων του γιατρού με τον ασθενή του, σχέσεων με τους συναδέλφους του και σχέσεων με την κοινωνία. Κεντρικός άξονας γύρω από τον οποίο κινείται ο Κώδικας είναι ότι ο ιατρός, κατά την άσκηση της ιατρικής στα πλαίσια αυτών των σχέσεων πρέπει να ενεργεί με προσοχή και ικανότητα αλλά παράλληλα συμπάσχοντας και φροντίζοντας τις ανάγκες του κάθε ασθενή, ακολουθώντας το ισχύον νομικό και ηθικό πλαίσιο.

Βασικές ρυθμίσεις είναι οι εξής:

 

τονίζεται η ανάγκη ύπαρξης ποιότητας, ασφάλειας και αποτελεσματικότητας κατά την παροχή φροντίδων υγείας

 

εισάγεται η σημασία της συνεχιζόμενης δια βίου εκπαίδευσης των ιατρών

 

υπερτονίζεται η ανάγκη ενημέρωσης και λήψης συγκατάθεσης από τον ασθενή,

 

δίνεται έμφαση στον κοινωνικό χαρακτήρα του ιατρικού επαγγέλματος καθώς και στην υποχρέωση του ιατρού να αποφεύγει κάθε μορφή διακριτικής μεταχείρισης και να παρέχει ιδιαίτερη φροντίδα στις ευπαθείς ομάδες πληθυσμού (όπως οι ψυχικά ασθενείς)

 

προβλέπεται ειδικό και συγκεκριμένο πλαίσιο παρουσίας και προβολής των ιατρών στο διαδίκτυο, έτσι ώστε να περιφρουρείται η αξιοπρέπεια του ιατρού, να μη μετατρέπεται η παροχή ιατρικής υπηρεσίας σε προσφορά καταναλωτικού προϊόντος και ταυτόχρονα να μην παραπληροφορείται ο πολίτης.

0 σχόλιο
0

You may also like

Χρησιμοποιώντας αυτή την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση cookies. Παρακαλούμε να διαβάσετε προσεκτικά τους όρους και τις προϋποθέσεις που ακολουθούν, για τη δική σας ενημέρωση και ασφάλεια Συμφωνώ Περισσότερα

Όροι & Προϋποθέσεις